σεμινάριο(ν)

σεμινάριο(ν)
τό
1) семинар; 2) семинария (духовная)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "σεμινάριο(ν)" в других словарях:

  • σεμινάριο — το (λ. λατ.) 1. σειρά διαλέξεων που γίνονται με σκοπό την επιμόρφωση πάνω σε ένα συγκεκριμένο θέμα: Παρακολούθησε ειδικό σεμινάριο για την οργάνωση επιχειρήσεων. 2. στη Δ. Εκκλησία μέση και ανώτερη ιερατική σχολή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σεμινάριο — Ονομασία εκκλησιαστικών σχολών του 16ου αι. στη Δυτική Ευρώπη. Τα σ. προπαρασκεύαζαν τους μελλοντικούς κληρικούς. Σχολεία του είδους υπήρχαν και πριν, αλλά τα σ. ήταν περισσότερο συγκροτημένα και είχαν δασκάλους τους μορφωμένους θεολόγους. Τέτοια …   Dictionary of Greek

  • βασίλειος — I Όνομα δύο Βυζαντινών αυτοκρατόρων. 1. Β. Α’ ο Μακεδών (813; 886). Βυζαντινός αυτοκράτορας (867 886) που εγκαινίασε τη μακεδονική δυναστεία. Ο Β., άσημης καταγωγής και αμόρφωτος, που η σωματική του ρώμη και η εξαιρετική ιππευτική του ικανότητα… …   Dictionary of Greek

  • νέφος — I (Αστρον.). Σμήνος λεπτότατων υδροσταγονιδίων ή παγοκρυστάλλων, που σχηματίζονται στην τροπόσφαιρα, σε ύψη μεταξύ 500 και 12.000 μ. Τα ν. σχηματίζονται λόγω συμπύκνωσης (υδροσταγονίδια) ή στερεοποίησης (παγοκρύσταλλοι) της ατμοσφαιρικής υγρασίας …   Dictionary of Greek

  • σχολείο — Δημόσιο ή ιδιωτικό ίδρυμα για τη μόρφωση και την εκπαίδευση των νέων. Η ανάγκη να μεταδοθούν στις νέες γενιές οι γνώσεις και οι τεχνικές μέθοδοι που έχουν αποχτηθεί παρουσιάζεται και στους παλιότερους πολιτισμούς και σε όλους τους πρωτόγονους… …   Dictionary of Greek

  • σχολειό — Δημόσιο ή ιδιωτικό ίδρυμα για τη μόρφωση και την εκπαίδευση των νέων. Η ανάγκη να μεταδοθούν στις νέες γενιές οι γνώσεις και οι τεχνικές μέθοδοι που έχουν αποχτηθεί παρουσιάζεται και στους παλιότερους πολιτισμούς και σε όλους τους πρωτόγονους… …   Dictionary of Greek

  • χιλή — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Χιλής Συντομευμένη Ονομασία: Χιλή Εκταση: 756.950 τ.χλμ. Πληθυσμός: 15.498.930 (Ιούλιος 2002) Πρωτεύουσα: ΣαντιάγοΚράτος της Νότιας Αμερικής. Συνορεύει στα Β και ΒΑ με το Περού και τη Βολιβία αντίστοιχα και στα Α… …   Dictionary of Greek

  • Ανδρεάδη, Κατερίνα — (Αθήνα 1909 – 1993).Ηθοποιός. To πατρικό της επώνυμο ήταν Καρύδη. Φοίτησε στην Επαγγελματική Σχολή Θεάτρου και διακρίθηκε ιδιαίτερα στην πρώτη εμφάνισή της στις επιδείξεις της σχολής (1927), στον Έμπορο της Βενετίας.Παρακολούθησε μαθήματα στο… …   Dictionary of Greek

  • Βάρμπουργκ, Ότο — (Otto Warburg, Αμβούργο 1859 – Ιερουσαλήμ 1938). Γερμανός βοτανολόγος, εβραϊκής καταγωγής. Από το 1885 έως το 1889 ταξίδεψε στην ανατολική και νότια Ασία και το 1892 προσκλήθηκε να διδάξει τροπική γεωργία στο σεμινάριο του Βερολίνου. Υπήρξε… …   Dictionary of Greek

  • Γιακόμπι, Καρλ Γκούσταφ Γιάκομπ — (Karl Gustav Jacob Jacobi, Πότσνταμ 1804 – Βερολίνο 1851). Γερμανός μαθηματικός, εβραϊκής καταγωγής. Από πάρα πολύ νέος έδειξε εξαιρετική ευφυΐα και κατά τη δημιουργική, σύντομη ζωή του συνέβαλε αξιοσημείωτα σε κάθε κλάδο της μαθηματικής γνώσης,… …   Dictionary of Greek

  • Διαμαντόπουλος, Αδαμάντιος — (Αγχίαλος 1869 – Αθήνα 1948). Ιστορικός, καθηγητής και δημοσιογράφος. Σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη, στη Σμύρνη και στο Κίεβο της Ουκρανίας. Το 1893 διορίστηκε καθηγητής της ιστορίας στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης, όπου παρέμεινε έως το 1902 …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»